|
Του Μιχάλη Συράκη
Ολο αυτό το διάστημα αφουγκράζομαι, διαβάζω και προσπαθώ να αναλύσω τα γεγονότα που συμβαίνουν στη χώρα μας. Είμαι αποδέκτης εκατοντάδων αναλύσεων – δημοκρατία έχουμε – όπου ο καθένας βλέπει τα πράγματα σύμφωνα με τη δική του οπτική και «λογική» ματιά.
Τα παιδιά αυτά που σήμερα είναι στους δρόμους είναι ένα κοινωνικό γεγονός. Θεωρώ την ανάγκη να γράψω τις σκέψεις μου, σαν πολίτης, χωρίς όμως να θέλω να γράψω μια μακροσκελή έκθεση ιδεών. Γι αυτό θα προσπαθήσω να σταχυολογήσω όσα αντιλαμβάνομαι.
Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά των παιδιών αυτών:
Τα παιδιά που σήμερα είναι στους δρόμους είναι τα δικά μας παιδιά. Είναι τα παιδιά που εδώ και χρόνια μεγάλωσαν μέσα σε μια φαινομενική ευμάρεια και απίστευτη καταναλωτική ευεξία (των μεγάλων).
Μέχρι τώρα κατηγορήθηκαν ότι απομακρύνονται από τα ήθη και έθιμα, ότι δεν μιλάνε σωστά τα Ελληνικά, ότι ο γραπτός λόγος κοντεύει να χαθεί από τα Greeklish, ότι είναι αδιάφορα, ότι τα έχουν όλα, ότι τα βρίσκουν όλα έτοιμα. Ακόμη τους φορτώνουμε διάφορους κινδύνους, εθισμούς, τους είπαμε υπερ-καταναλωτές, άβουλους και τους κοσμήσαμε με πολλά ακόμη «τιμητικά» επίθετα.
Η γενιά αυτή μεγάλωσε με ένα σταθερό πολιτικό τοπίο- από άποψη προσώπων βλέποντας τους ίδιους να εναλλάσσονται στο θώκο της εξουσίας.
Μεγάλωσαν μέσα σε ένα περιβάλλον γκλαμουριάς και κόντρας των μεγαλύτερων για το πώς θα έχουν περισσότερα και νεότερα μοντέλα σε κάθε τι που επιβάλει και προβάλει ο In τρόπος.
Μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον όπου τα περιοδικά και η τηλεόραση, δημιούργησαν τα πρότυπα του “καυτού άνδρα”, της πιο “ΗΟΤ γυναίκας”, των πιο cool gadgets. Τα πρότυπα του να ξοδεύεις χαζοχαρούμενα. Είναι η γενιά του MUST.
Εργάζονται περισσότερο από τους γονείς τους που συνήθως λείπουν όλη μέρα εργαζόμενοι και αυτοί. Εργάζονται 8 ώρες στο σχολείο, έξι στα φροντιστήρια, πρέπει να μάθουν να χορεύουν και να τραγουδάνε να κάνουν και 5-6 τούμπες και όλα αυτά για να μπορέσουν να ζήσουν ΑΝΕΤΑ στη ζωή τους, να ξοδέψουν δηλαδή στη ζωή τους.
Μάθανε ότι για να πάρεις ένα κολο- Τζίπ, μια πλάσμα, ένα super φορητό, ένα σπίτι με περισσότερα δωμάτια, και ένα δεύτερο εξοχικούλι με τζάκι και δεύτερο μικρό αυτοκίνητο, να πάς σε καλό ξενοδοχείο με Lux ανέσεις, να φας σε καλές ταβέρνες εστιατόρια και χάι σκυλάδικα, να φορέσεις το καλό επώνυμο σώβρακο, να έχεις Ipod, νανοPod και φυσικά να πίνεις φραπέ με 4-6€ , πρέπει να δουλέψεις σκληρά. Όμως η δουλειά πάντοτε δεν φτάνει.
Οι μεγαλύτεροι για όλα αυτά πήραν δάνεια, αγόρασαν με κάρτες, πήραν διακοπο-δάνεια, ψοφο-δάνεια για να πληρώσουν τα καταναλω-δάνεια, αυτοκινητο-δάνεια, σπιτο-δάνεια, δανεισμένοι μέχρι και τον αέρα που αναπνέουν.
Τα παιδιά όμως δεν είναι χαζά. Ακούνε και καταλαβαίνουν πολλά περισσότερα: Βλέπουν πως είναι να χτίζεις στον αιγιαλό χωρίς να τιμωρείσαι. Να έχεις σπίτι μέσα στο δάσος που πριν από χρόνια κάηκε, να βολεύεσαι με διάφορους μηχανισμούς ενώ δεν έχεις αξία, γιατί κάποιος φίλησε κατουρημένες ποδιές ή ήταν «δικό τους παιδί.
Βλέπουν ότι κάποιοι πλουτίζουν παράλογα σε ένα Θέατρο της συμφοράς. ΕΔΩ ΚΥΡΙΟΙ παίζουμε με τα εκατομμύρια. Εκατομμύρια ακούγονται για κάθε στραβοκάνη που κλωτσάει μια μπάλα, κάθε κόκορα που νομίζει ότι τραγουδάει, κάθε κατίνα που ανοίγοντας ένα παράθυρο στην TV κλείνει τα μάτια στο πνεύμα.
Έχουμε φτιάξει την κοινωνία των ανισοτήτων, του ευκαιριακού, του «τσάμπα ιδρώτα», της «εθνικής περηφάνιας» με αναβολικά. Οι νέοι βλέπουν ότι ίδρωσαν σπούδασαν, γνωρίζουν περισσότερα από όσα εμείς και οι γονείς μας (σε ποια θέματα είναι μεγάλη συζήτηση) κι όμως δεν ανταμείβονται. Εκ-παιδεύτηκαν σε ένα καθεστώς «μηχανών παραγωγής» χωρίς όμως να πάρουν πολιτισμό, παιδεία, κουλτούρα. Κι όμως παλεύουν να βρουν τον δικό τους δρόμο.
Πόσοι γονείς δεν περιέγραφαν το πανεπιστήμιο λέγοντας στο παιδί ότι «θα ζήσει μετά ζωή χαρισάμενη»; Τέλος τα προβλήματα άμα περάσεις έλεγαν.
Πόσοι δεν παρακάλεσαν πολιτικούς και μεσάζοντες για το στρατό, για το δημόσιο για μια θεσούλα έστω και στο δήμο;
Οι σημερινοί νέοι μεγάλωσαν μέσα στο τέρας που δημιουργήσαμε. Μέσα στην αυταπάτη που δώσαμε. Μέσα σε ένα ανέραστο όνειρο.
Κι εμείς μεγαλώσαμε κάπως έτσι αλλά μας θάμπωσαν τα καθρεφτάκια και οι χάντρες. Οι νεότεροι δεν έχουν τίποτα από αυτά.
Δεν ξέρω τι να πω στον γιο μου, τι κατευθύνσεις να του δώσω. Το μόνο που έχω κάνει είναι να του δώσω εμένα και τον χρόνο μου και να του μάθω να αγαπάει ότι εμείς καταστρέψαμε και που ΠΟΤΕ δεν διαμαρτυρηθήκαμε γι αυτό.
Είναι φυσικό όταν το νερό βράσει και εκτοξευτεί από μια χαλασμένη χύτρα, να μην έχει συγκεκριμένη κατεύθυνση. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να συζητάμε για το αν καταδικάζουμε τη βία ή όχι. Την καταδικάζουμε…ε ΚΑΙ? Μα ΕΜΕΙΣ δώσαμε βία, αίμα και σπέρμα. Χρόνια τώρα τα παιδιά υπομένουν τη ΒΙΑ στο σπίτι, τη ΒΙΑ στο σχολείο, τη ΒΙΑ στην τηλεόραση, τη ΒΙΑ στην εκκλησία, τη ΒΙΑ στο δρόμο, πραγματική και ψυχολογική, νομοθετημένη και αυθόρμητη. Την ΠΙΕΣΗ να γίνουν κάτι που εμείς θέλουμε και όχι κάτι που αυτά ονειρεύονται. Και τώρα πέφτουμε από τα σύννεφα; Δεν καταλαβαίνουμε τι θέλουν να μας πουν;
Και το κυριότερο είναι ότι πλέον αντιλαμβάνονται το πρόβλημα μέσα στο ίδιο τους το σπίτι βλέποντας εμάς …αποκαμωμένους ή νεόπτωχους…
Τα παιδιά δεν πρέπει να μας μοιάσουν. Τα φωτοαντίγραφα είναι κακή απομίμηση και οι νέοι δεν είναι παπαγάλοι και μαϊμούδες. Ας τα ακούσουμε ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ. Ας κατέβουμε μαζί τους στο δρόμο λέγοντας ότι ΕΜΕΙΣ κάναμε ΛΑΘΟΣ. Πρώτα όμως πρέπει να παραδεχθούμε ότι ΕΜΕΙΣ φτιάξαμε την βιτρίνα, το σκηνικό και τα κοστούμια. Έλα όμως που δεν χωρούσαν και δεν ταίριαζαν με το έργο που θέλουν οι νέοι να παίξουν.
|